επικάλυμμα

το (Α ἐπικάλυμμα) [επικαλύπτω]
νεοελλ.
εξωτερικό σκέπασμα, κάλυμμα τής επιφάνειας, επένδυση
αρχ.
1. κάλυμμα, μέσο συγκαλύψεως («πλοῦτος πολλῶν ἐπικάλυμμά ἐστι κακῶν», Μέν.)
2. (για το σώμα) οτιδήποτε καλύπτει ένα άνοιγμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικάλυμμα — cover neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικάλυμμα — το, ατος εξωτερικό κάλυμμα, κάλυμμα της επιφάνειας, σκέπασμα, επένδυση: Μετάλλινο επικάλυμμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικάλυμμ' — ἐπικάλυμμα , ἐπικάλυμμα cover neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλυμμάτων — ἐπικάλυμμα cover neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλύμμασι — ἐπικάλυμμα cover neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλύμμασιν — ἐπικάλυμμα cover neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλύμματα — ἐπικάλυμμα cover neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλύμματι — ἐπικάλυμμα cover neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαλύμματος — ἐπικάλυμμα cover neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ισημερινός ή Εκουαδόρ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ισημερινού Έκταση: 283.560 τ. χλμ. Πληθυσμός: 13.447.494 (2002) Πρωτεύουσα: Κίτο (1.399.814 κάτ. το 2002)Κράτος της Νότιας Αμερικής, στην οροσειρά των Άνδεων. Συνορεύει στα Β με την Κολομβία και στα Α και Ν με το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.